A szegedi görögök története - Ιστορία των Ελλήνων του Szeged
|
Úgy tűnik, hogy egészen a 18. század elejéig Szegednek és a dél-alföldi régiónak nincsenek különösebb görög vonatkozásai. Igaz, egyes teóriák szerint néhány környékbeli folyó (Μάρις/Μάρισσος - Maros, Κιόρος - Körös, Σάμος – Szamos, Τιβίσκος - Temes) szóvégi sz hangja prehellén hatásra utal, mégis, érdemesebb inkább a tények szintjén maradni. Görögök nagyobb számban a törökellenes háborúkat lezáró békeszerződéseket követően kerültek Magyarországra, eredetileg mint török alattvalók, akik igen kedvező adófizetési feltételek mellett kereskedhettek. Érdekeltek voltak többek között a dohány-, bor-, szarvasmarha- és gabonakereskedelemben, továbbá a sószállításban és a faúsztatásban is. Kolóniáikat a főbb kereskedelmi útvonalak mentén hozták létre, legnagyobb számban Pesten, Miskolcon és Kecskeméten éltek. Szegeden is ebben az időben, azaz a 18. század első évtizedeiben kezdtek letelepedni. Az első görög családot 1720-ban regisztrálták, 1728-ban a szegedi kereskedők közül már 4 volt görög, akik a szerb kereskedőkkel és iparosokkal együtt a mai Maros utca (régi nevén Rác-piac utca) és Kálmány utca (ma Juhász Gyula utca) táján laktak, ahol az 1879. évi nagy árvíz idejéig saját ortodox templommal is rendelkeztek. Görög kereskedő nyitotta meg az első szegedi kávéfőzdét 1739-ben, s pontosan száz év múlva a város díszpolgárává fogadta a görög származású báró Sina Györgyöt a pesti árvízkárosultaknak nyújtott önzetlen segítségéért. A 19. század közepétől a görög kereskedők szerepe kezdett fokozatosan háttérbe szorulni a német, majd az egyre befolyásosabb magyar, rác és zsidó tőkével szemben. Az árvíz után már az összes görögkeleti hívőt a szerb plébánia tömörítette, akiknek száma 1800-ban 476, 1849-ben 248 volt. A 20. század első felére pedig a görög kisebbség nagyjából beolvadt a magyarságba. Egy fél évszázadig nem is lehet róluk többet hallani. A görögök újabb hulláma a második világháború után érkezett Magyarországra. 1948-49-ben a görög polgárháborúból kimenekített 3000 gyermek, majd további 6000 politikai menekült telepedett le. S bár a családegyesítések és a 70-es és 80-as évek során végbement repatriálások során többen elmentek, jelentős számban – körülbelül 3500-an – maradtak az országban, főleg azok, akik már itt születtek vagy vegyes házasságokban éltek. Szegeden 1957-tõl egymástól függetlenül telepedtek le görögök, többnyire magyarokkal kötött házasságok révén, majd késõbb a középiskolát vagy egyetemet Szegeden végzettek közül is többen. 2003-ben a Szegedi Tudományegyetem Orvostudományi Karára 25 görög diák iratkozott be. Szegeden az 1990-es népszámlálás adatai szerint 45-en beszéltek görögül, s közülük 18-an nyilatkoztak úgy, hogy az anyanyelvük is a görög. A 2001-es népszámlálás arról tanúskodik, hogy 57-en vallják magukat a görög nemzetiséghez tartozóknak, 197-en kötődnek a nemzetiségi kulturális értékekhez és hagyományokhoz, 35-en vallják, hogy anyanyelvük a görög, és 55-en használják a görögöt családi és baráti közösségekben. Szegeden jelenleg két görög szervezet működik. Az egyik a Szegedi Görög Kisebbségi Önkormányzat, amely 1996-ban alakult, és immár harmadik ciklusában sikeresen működik. Az önkormányzat elnökasszonya Ungi Ferencné Papadopulu Fotini, további négy tagja : Purosz Alaxandrosz, Hagya Tiborné, Sommer Julianna és Ungi Ferenc. Mindannyian görög származásuak. A másik szervezet az 1982-ben alapított Magyarországi Görögök Kulturális Egyesületének 1995-ben megalakított Csongrád Megyei Helyi Csoportja. Az önállóan működő egyesület elnöke Purosz Alexandrosz, alelnöke Ungi Ferenc. A tagság létszáma 30 fő. Mindkét intézmény székhelye a Szegedi Nemzetiségek Házában található (6721 Szeged, Osztrovszky u. 6., telefon: (62) 424-248, fax : (62) 547-966), ahol a többi szegedi kisebbségi csoporttal és önkormányzattal szoros együttműködésben munkálkodnak. A két görög szervezet közös célja a Csongrád megyei görögök egységbe tömörítése, aktivizálása, nemzeti és kulturális identitásuk megőrzése és erősítése. Ennek érdekében előadásokat szerveznek, tánciskolát tartanak, görögországi folyóiratokat járatnak, de a legnagyobb hangsúlyt az anyanyelvápoló foglalkozásokra és görög nyelvórákra helyezik. Hetente több órában tartanak foglalkozásokat kezdő és haladó szinten. A ˝görög iskolában˝ nyolc görög származású gyerek tanul görög nyelvet és kulturát, közülük hárman görögországi születésüek.
Sommer Júlia |
Μέχρι τις αρχές του 18ου αιώνα το Σέγκεντ και γενικά το νότιο τμήμα της Μεγάλης Ουγγρικής Πεδιάδας (Dél-Alföld) φαίνεται να μην έχει ιδιαίτερα ελληνικά ενδιαφέροντα. Αν και υπάρχουν θεωρίες που εξηγούν το τελικό Σ στα ονόματα ποταμών της περιοχής (Μάρις ή Μάρισσος - Maros, Κιόρος - Körös, Σάμος – Szamos, Τιβίσκος - Temes) με κάποια προελληνική επίδραση, είναι προτιμότερο σε αυτή την περίπτωσή να μείνουμε στα δεδομένα. Έλληνες προϋπήρχαν στην Ουγγαρία, αλλά εγκαταστάθηκαν σε μεγάλο αριθμό μετά τις συνθήκες που τερμάτισαν τον πόλεμο κατά των Τούρκων στα τέλη του 17ου και αρχές του 18ου αιώνα αρχικά ως Τούρκοι υπήκοοι που ανέπτυξαν εμπορική δραστηριότητα με πολύ ευνοϊκούς όρους φορολόγησης. Το αντικείμενο του ενδιαφέροντός τους ήταν μεταξύ άλλων το εμπόριο καπνού, κρασιού, βοοειδών και δημητριακών καθώς επίσης η μεταφορά άλατος και ξυλείας με το ποτάμι. Οι κοινότητές τους δημιουργήθηκαν κατά μήκος βασικών εμπορικών διαδρομών, οι περισσότεροι ζούσαν στην Πέστη, στο Μίσκολτς και το Κέτσκεμετ. Την ίδια εποχή, δηλαδή στις αρχές του 18ου αιώνα άρχισε η εγκατάσταση Ελλήνων εμπόρων και στο Σέγκεντ. Η πρώτη οικογένεια καταγράφηκε το 1720, το 1728 ανάμεσα στους εμπόρους του Σέγκεντ ήταν 4 Έλληνες οι οποίοι μαζί με τους Σέρβους εμπόρους και βιοτέχνες κατοικούσαν στην περιοχή των σημερινών οδών Maros και Juhász Gyula (παλιά Rác-piac utca και Kálmány utca) όπου μέχρι την μεγάλη πλημμύρα του 1879 είχαν και δική τους ορθόδοξη εκκλησία. Έλληνας έμπορος άνοιξε το 1739 το πρώτο καφενείο του Σέγκεντ, και ακριβώς μετά από εκατό χρόνια απένειμε ο Δήμος τον τίτλο του επίτιμου πολίτη στον ελληνικής καταγωγής βαρώνο Γεώργιο Σίνα για την γενναία βοήθεια που χορήγησε στους πλημμυροπαθείς της Πέστης. Από τα μέσα του 19ου αιώνα ο εμπορικός ρόλος των Ελλήνων άρχισε να υποχωρεί σταδιακά μπροστά στο γερμανικό και το όλο και πιο ισχυρό ουγγρικό, σέρβικο και εβραϊκό κεφάλαιο. Μετά τη μεγάλη πλημμύρα όλος ο ορθόδοξος πληθυσμός του Σέγκεντ – του οποίου ο αριθμός ήταν 476 το 1800 και 248 το 1849 – υπαγόταν πλέον στην σερβική ενορία. Στην ουσία μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα οι Έλληνες είχαν αφομοιωθεί σε μεγάλο βαθμό με τους Ούγγρους, έπειτα, για πενήντα χρόνια δεν βρίσκουμε κάποιες ιδιαίτερες αναφορές για αυτούς. Νέο κύμα Ελλήνων ήρθε στην Ουγγαρία μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατόπιν του εμφυλίου πολέμου βρήκαν στην Ουγγαρία δεύτερη πατρίδα 3000 παιδιά και άλλοι 6000 πολιτικοί πρόσφυγες. Αν και με τις επανασυνδέσεις οικογενειών και τους επαναπατρισμούς των δεκαετιών του ΄70 και ΄80 έφυγαν αρκετοί, έμειναν πολλοί – περίπου 3500 – στην χώρα, κυρίως εκείνοι που είχαν ήδη γεννηθεί εδώ ή ζούσαν σε μεικτούς γάμους. Στο Σέγκεντ οι Έλληνες άρχισαν να έρχονται μεμονωμένα μετά τo 1957. Ο λόγος που εγκαταστάθηκαν στη πόλη ήταν τις περισσότερες φορές οι γάμοι που έκαναν με Ούγγρους (ή Ουγγαρέζες), αλλά σήμερα υπάρχουν και έμποροι ή απόφοιτοι κάποιου από τα πανεπιστήμια της πόλης που προτίμησαν να μείνουν εδώ. Το 2003 εγγράφηκαν στη Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Σέγκεντ 25 Έλληνες φοιτητές. Σύμφωνα με τα στοιχεία των απογραφών του 1990, ο αριθμός εκείνων που μιλούσαν την ελληνική ήταν 45 από τους οποίους 18 δήλωσαν ότι την έχουν ως μητρική τους γλώσσα. Ενώ από τις απογραφές του 2001 μαθαίνουμε, ότι 57 πολίτες του Σέγκεντ θεωρούν πως ανήκουν στην ελληνική εθνικότητα, 197 αναγνωρίζουν την παράδοση και τις πολιτιστικές αξίες της ελληνικής εθνικότητας ως δικές τους, και ότι η ελληνική είναι μητρική γλώσσα 35 ατόμων και πως την χρησιμοποιούν στην οικογένεια ή τις φιλικές συντροφιές τους 55. Στο Σέγκεντ υπάρχουν σήμερα δύο ελληνικές οργανώσεις. Η μία είναι η Μειονοτική Αυτοδιοίκηση Ελλήνων Σέγκεντ που ιδρύθηκε το 1996 και διανύει με επιτυχία την τρίτη τετραετία λειτουργίας της. Η πρόεδρος της αυτοδιοίκησης είναι η Φωτεινή Παπαδοπούλου, τα άλλα τέσσερα μέλη του σωματίου είναι ο Αλέξανδρος Πούρος, η Hagya Tiborné, η Julianna Sommer και ο Ungi Ferenc. Όλοι τους έχουν ελληνική καταγωγή. Η άλλη οργάνωση είναι ο Πολιτιστικός Σύλλογος Ελλήνων νομού Τσόγγραντ που συγκροτήθηκε το 1995 ως τοπική οργάνωση του Πολιτιστικού Συλλόγου Ελλήνων Ουγγαρίας ιδρυθέντος το 1982. Ο πρόεδρος του συλλόγου, που λειτουργεί αυτόνομα με 30 μέλη, είναι ο Αλέξανδρος Πούρος, και αντιπρόεδρος ο Ferenc Ungi. Και οι δύο οργανισμοί έχουν την έδρα τους στο Σπίτι των Μειονοτήτων του Σέγκεντ (Szegedi Nemzetiségek Háza, Osztrovszky u. 6. tel.: 62 424-248, fax: 62 547-966), όπου αναπτύσσουν δραστηριότητα σε στενή συνεργασία με τις άλλες εθνικές μειονοτικές αυτοδιοικήσεις. Κοινός στόχος των δύο οργανώσεων είναι η ενοποίηση και δραστηριοποίηση των Ελλήνων της περιοχής, καθώς και η διατήρηση και ενίσχυση της εθνικής και πολιτιστικής ταυτότητάς τους. Προκειμένου να πετύχουν το στόχο αυτό διοργανώνουν διαλέξεις, μαθήματα ελληνικών χορών, είναι συνδρομητές ελληνικών εφημερίδων και προπάντων δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη διδασκαλία της ελληνικής ως μητρικής ή δεύτερης γλώσσας. Στο «ελληνικό σχολείο» μαθαίνουν 8 παιδιά την ελληνική γλώσσα και πολιτισμού, από τα οποία τρία είναι γεννημένα στην Ελλάδα.
Sommer Júlia - Purosz Alexandrosz |